Χαρακτηρίστηκε ως σκοτεινό, ιδιοφυές, βαθύ, ιδιόμορφο, προκλητικό, ρεαλιστικό… Αδιαμφισβήτητα, η ταινία «Joker» παίζει με το μυαλό των θεατών της με τρόπους που ξεπερνούν τα όρια του συνηθισμένου. Η εξωπραγματική ερμηνεία του Joaquin Phoenix αφορά μια ενσάρκωση χαρακτήρα που υποφέρει από ψυχική ασθένεια και προσπαθεί απεγνωσμένα να αναπνεύσει σε μια συνεχώς αυξανόμενα ασφυκτική κοινωνία.

Πρόκειται για τον Arthur Fleck, έναν κοινωνικά αδέξιο άντρα που ζει με τη μητέρα του και δουλεύει σαν προσωρινός κλόουν. Παρουσιάζεται ως κοινωνικά περιθωριοποιημένος και ψυχικά άρρωστος, παρακολουθώντας θεραπεία κρατικών υπηρεσιών και λαμβάνοντας φάρμακα για την ασθένειά του. Όνειρό του είναι να γίνει κωμικός, προσφέροντας χαρά στους ανθρώπους και διατηρώντας πάντα το χαμόγελό του.

«My mother always tells me to smile and put on a happy face. She told me I had a purpose: to bring laughter and joy to the world»

Μια σειρά από δυσάρεστα γεγονότα λαμβάνουν χώρο στη ζωή του, συνταράσσοντας τον κόσμο του αλλά και την ίδια την αντίληψη που έχει γι’ αυτόν. Ο Joker αρχίζει σιγά σιγά να χάνει όλα όσα έδιναν το παραμικρό νόημα στην ύπαρξή του: Τη ψυχολογική θεραπεία του, τη δουλειά του, το όνειρό του να γίνει κωμικός, την πατρική φιγούρα που αναζήτησε απεγνωσμένα, τη μητέρα του. Πρόκειται για έναν άνθρωπο που χρειάστηκε βοήθεια, αλλά αντ’ αυτού έλαβε χλευασμό και περιφρόνηση. Δέχτηκε εκφοβισμό, ξυλοκοπήθηκε, έγινε περίγελο στα μάτια των γύρω του, έχασε την ταυτότητά του. Το κάθε ένα από αυτά τα βιώματα είχε τρομακτικό αντίκτυπο στην ήδη δυσμενή κατάστασή του. Τον παρακολουθούμε με δέος ταυτόχρονα να σπαράζει από το κλάμα και να γελάει ανεξέλεγκτα, να συμμετέχει σε φανταστικούς διαλόγους του μυαλού του, να φαντάζεται καταστάσεις που δεν υπήρξαν ποτέ, να χορεύει μετά από τις δολοφονίες του, να ξεπερνά τα όρια της ψυχοπάθειας.

Η γενική φιλοσοφία του χαρακτήρα του Joker χλευάζει την υποκρισία της κοινωνίας και καταδικάζει την ύπαρξη της νομοθεσίας. Θεωρεί ότι όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι έχουν δολοφονικά κίνητρα επιβίωσης, και πως σε περίπτωση ανυπαρξίας των νόμων, όλοι θα έδειχναν το πραγματικό τους πρόσωπο χωρίς δεύτερη σκέψη.


«What do you get when you cross a mentally ill loner with a society that abandons him and treats him like trash? You get what you fuckin’ deserve!»

Το ισχυρό κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο δίνει το μήνυμα πως η πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας δεν θα έπρεπε να είναι προτέρημα αλλά αδιαμφισβήτητο δικαίωμα των πολιτών, ιδιαίτερα αυτών που ανήκουν σε ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες, οι οποίες είναι και πιο επιρρεπείς στην ανάπτυξη ψυχοπαθολογίας λόγω οικογενειακού ιστορικού, κοινωνικού υποβάθρου, φτώχειας, ανεργίας, κλπ.

«The worst part about having a mental illness is people expect you to behave as if you don’t»

Οι μετέπειτα πράξεις του Joker είχαν σαν κινητήρια δύναμη την εκδίκηση και τη λύτρωση. Η μια πράξη εγκληματικότητας τού προσφέρει αρκετή ηδονή ώστε να διαπράξει την επόμενη, ξεφεύγοντας πλέον από τα καλούπια του Arthur Fleck, για να δημιουργήσει τη νέα του ταυτότητα. Προκαλεί ένα ρεύμα αντίστασης και επανάστασης σε μια διεφθαρμένη κοινωνία που αδιαφορεί για τις μη ευκατάστατες κοινωνικές τάξεις. Επηρεάζει, ξεσηκώνει και καθοδηγεί τα υποβαθμισμένα στρώματα σε εξέγερση.

«Is it just me, or is it getting crazier out there?»

Το αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του λειτουργεί σαν ενισχυτικό συμπεριφοράς. Μετά από αυτή την απελευθέρωση των κοινωνικών δεσμών και την απόδραση από το κατεστημένο, ο Joker (πλέον) για πρώτη φορά στη ζωή του αναγνωρίζεται αλλά και επιδοκιμάζεται. Για πρώτη φορά νιώθει σημαντικός, αίσθημα το οποίο καλύπτει το υπαρξιακό κενό που βίωνε σε ολόκληρη τη ζωή του. Λαμβάνει δηλαδή μία επιβράβευση για τη βίαιη συμπεριφορά του, η οποία ενισχύει την πιθανότητα η συμπεριφορά αυτή να επαναληφθεί, δημιουργώντας ένα αναπόφευκτο κύκλο εγκληματικότητας και αναγνώρισης, και σταθεροποιώντας τη βίαιη συμπεριφορά στην ιδιοσυγκρασία του Joker.

Μόνο όταν μπορέσουμε να αντιληφθούμε τί πυροδοτεί μια βίαιη συμπεριφορά θα καταφέρουμε πραγματικά να την εξαλείψουμε. Η ταινία μάς προκαλεί να μην κρίνουμε μια αντικοινωνική έξαρση ως έξαρση καθαυτή, αλλά να συμμεριζόμαστε το υπόβαθρο, τα κίνητρα, τις σκέψεις και τα συναισθήματα του ανθρώπου που τη διαπράττει.

«For my whole life, I didn’t know if I even really existed. But I do, and people are starting to notice»

Στη σκηνή όπου περνά από το κέντρο της πόλης με το αστυνομικό περιπολικό, δεν μπορεί να συγκρατήσει το χαμόγελό του. Ως κλασικός Joker, απολαμβάνει το χάος που τον περιβάλλει και τη διάσπαση των κοινωνικών αλυσίδων που τον κρατούσαν αιχμάλωτο μέχρι τώρα. Απελευθερώνεται, ονειρεύεται, ξαναγεννιέται.

“ Ι used to think that my life was a tragedy. But now I realize, it’s a comedy»

Σκοπός της ταινίας δεν είναι να δικαιολογήσει τη βία, αλλά να την κατανοήσει. Μόνο όταν μπορέσουμε να αντιληφθούμε τί πυροδοτεί μια βίαιη συμπεριφορά θα καταφέρουμε πραγματικά να την εξαλείψουμε. Μας προκαλεί να μην κρίνουμε μια αντικοινωνική έξαρση ως έξαρση καθαυτή, αλλά να συμμεριζόμαστε το υπόβαθρο, τα κίνητρα, τις σκέψεις και τα συναισθήματα του ανθρώπου που τη διαπράττει. Η γενική φιλοσοφία του χαρακτήρα του Joker χλευάζει την υποκρισία της κοινωνίας και καταδικάζει την ύπαρξη της νομοθεσίας. Θεωρεί ότι όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι έχουν δολοφονικά κίνητρα επιβίωσης, και πως σε περίπτωση ανυπαρξίας των νόμων, όλοι θα έδειχναν το πραγματικό τους πρόσωπο χωρίς δεύτερη σκέψη. Η φιλοσοφία του αυτή συνάδει με τη θεωρία του Carl Jung για τη «σκιά» του εαυτού μας, τη σκοτεινή πλευρά της προσωπικότητας του κάθε ανθρώπου η οποία συνίσταται από καταπιεσμένα απωθημένα και πρωτόγονες παρορμήσεις.

Η ταινία Joker είναι καθηλωτική και ξεσηκωτική. Δίνει χώρο σε μία από τις πιο επικές ερμηνείες στην ιστορία του κινηματογράφου, με εξαιρετική σκηνοθεσία (Todd Phillips) και άρτια προσεγμένες λεπτομέρειες. Για πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη γίνεται η αναπαράσταση της ιστορίας του αγαπημένου αντι-ήρωα της DC Universe, απεικονίζοντας την ωμή πραγματικότητα μέσω της οποίας ο Arthur Fleck σταδιακά εξελίσσεται στον γνωστό σε όλους Joker. Η ταινία θίγει θέματα που τείνουν να αποσιωπώνται, επιρρίπτοντας ευθύνες και αναγκάζοντας μας να ξεβολευτούμε από τη θέση της αναπαυτικής μας καρέκλας.